Η λίμνη Βεγορίτιδα - Ταυτότητα & Γεωγραφική θέση

 

Γεωγραφική θέση

Η Λίμνη Βεγορίτιδα ή Οστρόβου ή Κέλη, βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Ελληνικής επικράτειας κοντά στα σύνορα με την Π.Γ.Δ.Μ. Τμήμα της βρίσκεται εντός των γεωγραφικών ορίων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (ΠΚΜ) και το υπόλοιπο βρίσκεται εντός των ορίων της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας (ΠΔΜ). Ειδίκοτερα το τμήμα εντός της ΠΚΜ υπάγεται στο Δήμο Βεγορίτιδας του Νομού Πέλλας ενώ το τμήμα της ΠΔΜ υπάγεται στους Δήμους Αμυνταίου και Φιλώτα του Νομού Φλωρίνης. Στους παρακάτω χάρτες φαίνεται η θέση της λίμνης στην Ελληνική επικράτεια και κατά το απόσπασμα του ΦΧ ΓΥΣ Πτολεμαίδα 1:100000. Λόγω παλαιότητας του ΦΧ ΓΥΣ, η λίμνη εμφανίζεται και εντός των ορίων του Νομού Κοζάνης, γεγονός το οποίο έπαψε να ισχύει με την εφαρμογή του σχεδίου "Καπποδίστριας".

Όπως φαίνεται και στα παραπάνω αποσπάσματα, η λίμνη χωροθετείται δυτικά των πόλεων Έδεσσας και Φλώρινας σε απόσταση 25 χλμ περίπου. Νότια της λίμνης και σε απόσταση 30 χλμ. βρίσκεται η πόλη της Πτολεμαϊδας και δυτικότερα της λίμνης σε απόσταση 35-40 χλμ. συναντόνται οι πόλεις της Φλώρινας και Καστοριάς με την περίφημη λίμνη της. "Αδελφή" λίμνη της Βεγορίτιδας είναι αυτή των Πετρών, η οποία έχει περίπου το 1/3 της έκτασης της Βεγορίτιδας.

Παραλίμνιοι οικισμοί είναι είναι αυτοί της Άρνισσας (2000 κάτοικοι) και της Περαίας (300 κάτοικοι) του Δήμου Βεγορίτιδας, Βεγόρας (500 κάτοικοι), Μανιακίου (500 κάτοικοι) και Φραγγίου (150 κάτοικοι) του Δήμου Φιλώτα ενώ τέλος αυτός του  Αγίου Παντελεήμονα (1000 κάτοικοι) του Δήμου Αμυνταίου. Η πόλη του Αμυνταίου η οποία απέχει μόλις 2 χλμ από τη νοτιοδυτική ακτή της Βεγορίτιδας, έχει 3500 περίπου κατοίκους και μαζί με την πόλη της Πτολεμαίδας αποτελούν τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της ευρύτερης υδρολογικής λεκάνης της Βεγορίτιδας, η οποία έχει έκταση 1853 χλμ2.

Κύριο λόγο στο σχηματισμό της υδρολογικής λεκάνης της λίμνης έχουν οι ορεινοί όγκοι του Βόρα-Καϊμάκτσαλάν στο Βορρά και Βερμίου στα ανατολικά-νοτιοανατολικά της λίμνης. Σημαντικά ρέματα στην περιοχή τα οποία τροφοδοτούν (περιοδικά ή μόνιμα) τη λίμνη είναι το ρέμα του Σουλού (Εορδαϊκός), το ρέμα των Πύργων, το ρέμα του Γραμματικού, το ρέμα της Παναγίτσας και το ρέμα της Άρνισσας. Η Βεγορίτιδα ανήκει στο ευρύτερο σύμπλεγμα των λιμνών Ζάζαρης, Χειμαρίτιδας και Πετρών.

Ταυτότητα

Η ταυτότητα της Βεγορίτιδας είναι σύνθετη και αρκετά ενδιαφέρουσα καθώς αποτελεί έναν υδροβιότοπο με ποικίλα και δυναμικά χαρακτηριστικά. Ανήκει στις αλπικού τύπου λίμνες. Είναι θερμή μονομεικτική, με υψηλή περιεκτικότητα σε νιτρικό άζωτο και με αυξανόμενο ευτροφισμό. Παρουσιάζει ακανόνιστη υδραυλική συμπεριφορά και αποτελεί κλασσικό παράδειγμα καρστικής λίμνης που η εκφόρτωσή της γίνεται υπόγεια μέσω φυσικών αγωγών.

Η αστάθεια στην υδραυλική της συμπεριφορά αποτυπώνεται  κυρίως στα βασικά υδραυλικά μεγέθη που την περιγράφουν, όπως η επιφάνειά της που κάποτε έφτανε τα 68χλμ2 και το βάθος 80μ. κατατάσσοντάς την μεγαλύτερη και βαθύτερη στην τότε (δεκαετία '50) Ελληνική επικράτεια. Η σημερινή της έκταση είναι περίπου 45 χλμ2 και το βάθος της 45-50μ. με μέσο υψόμετρο στάθμης τα 512μ. αντί των 540μ. το οποίο έχει καταγραφεί κατά μέγιστο στα νεώτερα χρόνια.

Οι διακυμάνσεις στην έκτασή της προκύπτουν και από ιστορικά στοιχεία ενώ και η διάταξη των παραλίμνιων οικισμών μαρτυρά την τάση για διατήρηση "αποστάσεων ασφαλείας" ειδικά στο νότιο άκρο της λίμνης όπου η κλίση του εδάφους είναι σχεδόν πεδινή με συνέπεια το εύκολο "άπλωμα" των υδάτων της λίμνης σε περίπτωση αυξημένης εισροής και εμπλουτισμού του υδάτινου όγκου της λίμνης. Η μέγιστη έκταση της λίμνης εύκολα διακρίνεται σε μία εναέρια ή δορυφορική φωτογραφική λήψη ενώ με προσεκτική εξέταση και των ιζηματογενών πετρωμάτων στη βόρεια ακτογραμμή της μπορεί να εντοπισθεί και το υψηλότερο όριο της στάθμης του υδάτινού της όγκου κατά τα νεώτερα χρόνια.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η λίμνη κατά τις δεκαετίες '40 και '50 έφτανε ως τις σημερινές σιδηροδρομικές γραμμές του οικισμού της Άρνισσας.

Περί τα μέσα της δεκαετίας του '50 ολοκληρώθηκε η κατασκευή υπόγειας σύραγγας μεταφοράς υδάτων, η οποία μετέφερε ύδατα εώς την τεχνητή λίμνη του Άγρα προκειμένου να υποστηρίζεται η λειτουργία του υδροηλεκτρικού εργοστασίου της ΔΕΗ στον Άγρα. Η σύραγγα παραλάμβανε ύδατα από υψόμετρο 515,50μ. και αφαίρεσε μεγάλο ποσό υδάτινου όγκου από τη λίμνη κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Γενικά στην ευρύτερη υδρολογική λεκάνη της Βεγορίτιδας λειτουργούν σήμερα 3 υδροηλεκτρικά εργοστάσια που αντλούν ύδατα από τον υδροφορέα της και έχουν δημιουργήσει σοβαρότατο πρόβλημα στον υδάτινο ισοζύγιο της λίμνης. 

Σημαντικός είναι και ο ρόλος της λίμνης στις σημαντικές παραλίμνιες αγροτικές δραστηριότητες των κατοίκων των γύρω οικισμών, για τις οποίες η λίμνη αποτελεί τροφοδότη ζωής. Με την υποχώρηση των υδάτων όμως κατά τις τελευταίες δεκαετίες και την αποκάλυψη εύφορων εκτάσεων του πυθμένα της, σημειώθηκε όργιο καταπατήσεων στις αποκαλυφθείσες εκτάσεις αυτές οι οποίες κατά νόμον ανήκουν στο Δημόσιο και στις οποίες αυθαίρετα πληθώρα καλλιεργητών εγκατάστησαν αγροτικές καλλιέργειες.

Μετά το 2002 οπότε και άρχισε δειλά δειλά η πρόσφατη ανοδική πορεία των υδάτων της λίμνης (από το τότε υψόμετρο των 508,50μ. στο σημερινό των 512μ.) και ο ποιοτικός εμπλουτισμός τους με πιο "καθαρά" νερά, επανήλθαν και οι αλιευτικές δραστηριότητες στη λίμνη όχι βεβαίως στο βαθμό που άκμαζαν παλαιότερα. Σημειώνεται ότι η λίμνη εμφάνισε και προβλήματα ρύπανσης κατά το παρελθόν και σχετικά η χώρα μας καταδικάστηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Σήμερα η λίμνη εντάσσεται στη ζώνη προστασίας της NATURA 2000 (κωδικός GR1340004) και αποτελεί καταφύγιο θηραμάτων σύμφωνα με τον  νόμο 177/75. Επίσης, τα Ευρωπαϊκά μονοπάτια μεγάλων διαδρομών Ε4&Ε6 διέρχονται οριακά το Δήμο Βεγορίτιδας (νοτιοδυτικά παραλίμνια για το Ε4 και βόρεια εντός του όρους Βόρας για το Ε6), δείγμα του ιδιαίτερου φυσικού κάλλους της ευρύτερης περιοχής της λίμνης.

Η σημερινή κατάσταση της λίμνης προσδιορίζεται όμως και από συγκεκριμένα σημαντικά προβλήματα, τα οποία γενικότερα είναι δύο ειδών:

       Α.  Ποσοτική υποβάθμιση

Η Λίμνη Βεγορίτιδα παρουσιάζει στην μακρόχρονη πορεία της πολλές διακυμάνσεις στην στάθμη της. Στην παρακάτω φωτογραφία φαίνεται το νησάκι σε παλαιότερες εποχές οπότε και ήταν πραγματικό νησάκι.

Από το 1956, από τότε που άρχισε η εκμετάλλευση των υδάτων της λίμνης από την ΔΕΗ έως το 1981 η στάθμη της μειώθηκε κατά 18 μέτρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του όγκου της κατά χίλια εκατό εκατομμύρια κυβικά μέτρα. Τα πρώτα χρόνια της διαχείρισης των υδάτων της λίμνης από την ΔΕΗ διοχετεύονταν εκατόν σαράντα εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως προς τη λίμνη του Νησίου.  Πριν δεκαπέντε χρόνια η στάθμη της λίμνης ήταν στο υψόμετρο των 525 μέτρων ενώ σήμερα έχει πέσει κάτω από το υψόμετρο των 513 μέτρων. Αντίστοιχη μείωση παρατηρείται στον  όγκο της κατά 60% και της επιφάνειάς της κατά 30%. Η χαμηλότερη στάθμη που είχε παρατηρηθεί ήταν στο υψόμετρο των 525 μέτρων κατά τα έτη 1899 έως 1904, ενώ η υψηλότερη 544 κατά τα έτη 1942-1947.

Όπως αναφέρονται στα πορίσματα επιτροπών της υπ΄ αριθμόν 1067/27-07-94 απόφασης Γεν. Γραμματέα Δυτικής Μακεδονίας κύριες αιτίες πτώσης της στάθμης της λίμνης είναι οι εξής:

 1) Βιομηχανικές χρήσεις των υδάτων

α) αντλήσεις υδάτων μέσω γεωτρήσεων από τον υδροφορέα της λίμνης (στη       θέση Αγ. Ανάργυροι) του ατμοηλεκτρικού σταθμού Αμυνταίου και του ατμοηλεκτρικού σταθμού Πτολεμαϊδος και μέσω υπόγειας σήραγγας για τη λειτουργία του υδροηλεκτρικού εργοστασίου της ΔΕΗ στον Άγρα. κατά το παρελθόν.

β) αντλήσεις ΑΕΒΑΛ (Εργοστάσιο Αζώτου Πτολεμαϊδας).

2) Αρδευτικές χρήσεις των υδάτων (γεωργικές)

α) Το 1994 το σύνολο γεωργικών γεωτρήσεων στην περιοχή ήταν 970, η αντλούμενη ποσότητα νερού για αρδευτικούς σκοπούς υπολογίζεται σε 

κυβικά μέτρα ανά έτος. Σημαντική επιβάρυνση αποτέλεσαν οι καταπατήσεις των αποκαλυφθείσων εκτάσεων από την υποχώρηση της στάθμης της λίμνης.

3) Φυσικές αιτίες

α) διαρροές από φυσικές καταβόθρες,

β) ανομβρία τελευταίων ετών

γ) απώλειες λόγω εξάτμισης

Μέχρι το 1955, πριν δηλαδή την άντληση των υδάτων από τη ΔΕΗ, η αυξομείωση της στάθμης της οφειλόταν στην διακύμανση των βροχοπτώσεων, έκτοτε όμως οφείλεται σαφώς και στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι μειωμένες βροχοπτώσεις και οι φυσικές απώλειες λόγω εξάτμισης και πιθανού ρήγματος στον πυθμένα της λίμνης ύστερα από το σεισμό του 1983, διαμορφώνουν επικίνδυνες συνθήκες για την ίδια την ύπαρξη της λίμνης.

Β. Ποιοτική υποβάθμιση

Ως πηγές ρύπανσης της λίμνης Βεγορίτιδας αναφέρονται:

     Η λειτουργία των υδροηλεκτρικών και ατμοηλεκτρικών εργοστασίων της κρατικής ΔΕΗ στην περιοχή, τα απόβλητα των οποίων μέσω του ρέματος Σουλού αλλά και άλλων γεωλογικών σχηματισμών οδηγούνται μέσα στη λίμνη.

       Η ανεξέλεγκτη απόριψη των ακατέργαστων αστικών λυμάτων των οικισμών της ευρύτερης περιοχής (όχι μόνον των παραλιμνίων). Από τους παραλίμνιους οικισμούς μόνο οι οικισμοί Βεγόρας, Μανιακίου και Φιλώτα διαθέτουν εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων με υδροχαρή φυτά. Οι υπόλοιποι παραλίμνιοι οικισμοί (δηλ. του Αγίου Παντελεήμονα και της Άρνισσας σύνολο περίπου 3.000 κάτοικοι) καθώς οι υπόλοιποι οικισμοί του Δήμου Βεγορίτιδας (3.000 κάτοικοι) δε διαθέτουν αντίστοιχες εγκαταστάσεις και αποβάλλουν ακατέργαστα τα αστικά τους λύματα στη λίμνη, μέσω βυτίων αφού συγκεντρωθούν πρώτα σε στεγανούς βόθρους. Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο κατά τους χειμερινούς μήνες όπου συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός χειμερινών τουριστών και λόγω του χιονοδρομικού με αποτέλεσμα να αποβάλλονται στη λίμνη επιπλέον λύματα που αντιστοιχούν σε 5.000 επισκέπτες (μονοήμερης ή πολυήμερης διαμονής). Τελικά δηλ. τα αστικά λύματα που μπορεί να φτάσει να δέχεται η λίμνη αντιστοιχούν σε 11.000 κατοίκους.

       Τα αποπλύματα της ευρύτερης υδρολογικής λεκάνης των 1853 μ2 τα οποία μέσω των όμβριων υδάτων οδηγούνται μέσα στη λίμνη και περιέχουν επικίνδυνους ρυπαντές προερχόμενους τόσο από την αγροτική δραστηριότητα (λιπάσματα & φυτοφάρμακα) όσο και από τα αστικά επιφανειακά απόβλητα μεγάλων αστικών βιομηχανικών κέντρων που βρίσκονται εντός της υδρολογικής λεκάνης, όπως η Πτολεμαϊδα και το Αμύνταιο.

      Αν και τα τελευταία 4 χρόνια η ρύπανση των υδάτων της λίμνης έχει μειωθεί σημαντικά, η κατά καιρούς ύπαρξη μόλυνσης στη λίμνη είναι αδιαμφισβήτητη και τεκμηριώνεται από τα εξής:

q    Τις καταδικαστικές αποφάσεις C232/95 και C233/95 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω της αυξημένης ρύπανσης, στη λίμνη Βεγορίτιδα και στο ρέμα Σουλού  κατά παράβαση της Κοινοτικής Οδηγίας 76/464/ΕΟΚ καθώς και άλλων σχετικών Κοινοτικών Οδηγιών.

q      Την σχετική επίσημη παραδοχή του Υπουργείο Γεωργίας μέσω του Τμήματος Προστασίας Αρδευτικών Υδάτων όπως αυτή αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου και συγκεκριμένα στη διεύθυνση http://www.minagric.gr/greek/2.9.3.BEGORITIDA.html. Στην ιστοσελίδα αυτή αναρτώνται επίσης και μετρήσεις που έχουν γίνει για την ποιότητα των υδάτων της λίμνης (σε αρχείο μορφής Microsoft Excel) για την περίοδο από 1983-1997 από τις οποίες προκύπτει ο εντοπισμός ρυπαντών που απαγορεύονται από την κοινοτική οδηγία 76/464/ΕΟΚ.

q      Αντίστοιχες παραδοχές και άλλων επισήμων οργανισμών όπως η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία στην επίσημή ιστοσελίδα της (διεύθυνση: http://www.ornithologiki.gr/gr/sppe/gr033.htm) με την οποία γίνεται λόγος και για σημαντική μείωση του πληθυσμού των σπανίων ειδών πουλιών και ψαριών που ζουν στην περιοχή.

q      Τα υδρολογικά μοντέλα με βάση τα οποία τα όμβρια ύδατα καθώς οδηγούνται εντός της λίμνης αποπλένουν τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα των καλλιεργειών της υδρολογικής λεκάνης (μόνο η καλλιεργήσιμη έκταση της οποίας ανέρχεται σε 35 Km2 περίπου).  Επίσης με βάση τα μοντέλα αυτά αποπλένονται στη λίμνη και επιφανειακά αστικά λύματα των οικισμών της ευρύτερης υδρολογικής λεκάνης των 1853 Km2 στην οποία περιλαμβάνονται και μεγάλα αστικά βιομηχανικά κέντρα όπως η Πτολεμαϊδα (45.000 κάτοικοι) και το Αμύνταιο (16.000 κάτοικοι), τα οποία δεν περνούν μέσα στο αποχετευτικό δίκτυο των οικισμών.

q       Την καθημερινή πρακτική απόρριψης εντός της λίμνης μέσω βυτίων, των αστικών βοθρολυμμάτων όλων των οικισμών του Δήμου Βεγορίτιδας αλλά και των Δήμων Αμυνταίου και Φιλώτα που μπορεί να αγγίξει το ισοδύναμο 11.000 κατοίκων.

Με βάση όλα τα παραπάνω, οι ρυπαντές των υδάτων της λίμνης περιλαμβάνουν ουσίες του Παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ (δηλ. οργανικές ενώσεις φωσφόρου & ανθεκτικές συνθετικές ύλες) καθώς επίσης και του Παραρτήματος ΙΙ της ίδιας Οδηγίας (δηλ. βιοκτόνα, ανόργανες ενώσεις φωσφόρου, αμμωνία – νιτρώδη, ουσίες που ασκούν δυσμενή επίδραση επί της ισορροπίας του οξυγόνου κλπ).

    Από την απόπλυση των παραλίμνιων γεωργικών επιφανειών από όμβρια ύδατα προξενείται μεγάλη επιβάρυνση στην λίμνη, λόγω της λίπανσης από φωσφορικά και νιτρικά λιπάσματα. Με δεδομένο ότι ο αποδέκτης-λίμνη είναι γλυκέων υδάτων και κατά συνέπεια ο ελάχιστος παράγοντας για την ευτροφία είναι ο φώσφωρος, κύρια σημασία πρέπει να δοθεί στην απομάκρυνση του φωσφόρου.

Ιστορικά Στοιχεία

Η περί της λίμνης ιστορική αναδρομή ξεκινάει από τα αρχαία ακόμη χρόνια, καθώς έχουν βρεθεί αντικείμενα που μαρτυρούν ιστορικά δεδομένα από τον 3ο πχ αιώνα. Το όνομα της τεκμηριωμένα σώζεται από αρκετές χιλιετίες (Lacus Begorritis κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια). Ανέκαθεν στην περιοχή της Βεγορίτιδας αναπτύσσονταν αγροτοκτηνοτροφικές δραστηριότητες και δρασητριότητες αλιείας ενώ οι πρώτες οργανωμένες εγκαταστάσεις παρουσιάζονται ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική Περίοδο εώς και την εποχή του Σιδήρου.

Γνωστότερες πόλεις που συνδέονται με την περιοχή και των οποίων η ύπαρξη σε κάποιες περιπτώσεις δεν έχει τεκμηριωθεί, είναι η Εορδαία, η Άρνισσα, η Κέλλη, η Βοκερία και η Λεβαία.

Επίσης κατά την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου στα καταπράσινα λιβάδια της λίμνης εκτρέφονταν άλογα στα μεγαλύτερα σε αριθμό και μέγεθος εκτροφεία αλόγων της εποχής. 

Η Βεγορίτιδα συνδέεται και με την χάραξη της Αρχαίας Εγνατίας Οδού για την οποία εικάζεται ότι διέρχονταν το νότιο της λίμνης καθώς βρέθηκε μιλάριο στον οικισμό της Βεγόρας.

Στα βυζαντινά χρόνια και εξ' αιτίας της ακριτικής της θέσης, η περιοχή της λίμνης γινόταν αντικείμενο διενέξεων και άλλαξε αρκετούς κατακτητές, όπως Βούλγαρους και Νορμανδούς, για να περιέλθει οριστικά στη βυζαντινή επικράτεια επί Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού. Υπολείματα οχυρωματικών τειχών και περιβόλων εντοπίζονται στο νησάκι και στη χερσόνησο αυτού 

 

Μνημείο από την μετέπειτα Οθωμανική κυριαρχία (1380μΧ-1912μΧ) αποτελεί το τζαμί στην ακτογραμμή της λίμνης, το οποίο κάποτε ήταν καλυμμένο από τα νερά της λίμνης. Το δέυτερο τζαμί το οποίο υπήρχε στον οικισμό της Άρνισσας επίσης από εκείνα τα χρόνια, δεν διασώζεται στις μέρες μας.

Κατά τα νεώτερα έτη με την μετονομασία του οικισμού του Οστρόβου σε Άρνισσας, οριστικοποιήθηκε και η ονομασία της λίμνης σε Βεγορίτιδα από λίμνη Οστρόβου ή Κέλλη που ήταν γνωστή κατά τα παλαιότερα χρόνια.

Home Page