Παλαιός & Νέος Αγ. Αθανάσιος

Ευρύτερα γνωστό με την ονομασία «Τσεγάνη». Αναγνωρίστηκε με την αυτοτελή του εικόνα ως κοινότητα Τσεγάνης λίγο μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας(ΦΕΚ 152/1918) διατηρώντας το παλιό της όνομα ως το 1926. Από τις εθνικές επιτροπές αλλαγής τοπωνυμίων ονομάστηκε πρώτα Μετέωρα (μάλλον λόγω του απόκρημνου εδάφους στο χώρο της ανατολικής εισόδου του χωριού) Μετά από διαμαρτυρίες κατοίκων μετονομάστηκε σε Αγ. Αθανάσιο από το ομώνυμο ξωκλήσι χτισμένο στην κορυφή γειτονικού λόφου στα νότια του χωριού. Σήμερα είναι παραδοσιακός οικισμός, χαρακτηρισμένος με το ΠΔ 15/1992 – ΦΕΚ 691Δ/92.

 Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν γηγενείς Μακεδόνες (κτηνοτρόφοι, κτιστάδες πέτρας, αγρότες από γειτονικούς οικισμούς αστικά κέντρα της περιοχής αλλά και από μέρη της Β. Ηπείρου. Λίγο μετά την ολοκληρωτική κατάκτηση της Μακεδονίας από τα Οθωμανικά στρατεύματα (αρχες 15ου αιώνα ) καταφεύγουν στο χωριό κατατρεγμένοι κατά ομάδες χριστιανοί. Πρώτοι ήταν οι Βορειοηπειρώτες με τις οικογένειές τους για να γλυτώσουν από τους τουρκαλβανούς ληστές. Οι περισσότεροι χτίστες και σιδεράδες στο επάγγελμα.

Για το όνομα Τσεγάνη υπάρχουν δύο εκδοχές.

Η πρώτη προκύπτει από την τοπική παράδοση και αναφέρει ότι ο αρχικός πυρήνας του εποικισμού ήταν οικογένειες τσιγγάνων που εγκαταστάθηκαν εκεί κατα την υστεροβυζαντινή περίοδο (14ος αιώνας) για να ξεφύγουν από τις επιθέσεις των Οθωμανών. Αυτή η εκδοχή είναι αβάσιμη για τους εξής λόγους. Πρώτον, παρόλο που έχουν επισημανθεί ομαδικές μετακινήσεις τσιγγάνων κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ποτέ αυτό δεν έγινε για μόνιμη εγκατάσταση και ποτέ σε ορεινές περιοχές μακρυά από αστικά κέντρα και δεύτερον διότι τα τοπικά φαινόμενα δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό αυτό (ψηλοί, ξανθοί, τοπική κουλτούρα, γλωσσικό ιδίωμα, τοπωνύμια της περιοχής κ.α.)

Μια ακόμη παραλλαγή της πρώτης αυτής εκδοχής αναφέρει ότι οι Τούρκοι χαρακτηρίζουν ως τσιγγάνους (τουρκ. cingene και cingậne) τους φτωχούς νομάδες του χωριού και όσους κατά καιρούς κατέφευγαν εκεί. Η ονομασία ήταν κοροϊδευτική και αφορούσε τον τρόπο ζωής τους. Επίσης μπορεί να είναι και αυτοπροσδιορισμός  (σερβ. Cinganin – ciganka, αλβαν. Cigani-ë ) για να ξεγελάνε τους Τούρκους. Μ’αυτόν τον τρόπο απέφευγαν τη φορολογία το παιδομάζωμα κ.λ.π.

Η δεύτερη εκδοχή βασίζεται στα σύνεργα της δουλειάς των κατοίκων (πετροχτιστάδες) οι οποίοι  χρησιμοποιούσαν λοιπόν το τσεκάν ή τσεκάνι (σφυρί). Έτσι, καθώς γυρνούσαν στα χωριά ζητώντας δουλειά, τους αποκαλούσαν στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα Τσεκάντσι ή Τσεγκάντσι (σφυριάδες), οπότε και το χωριό ονομάστηκε Τσέγκαν και αργότερα στο πιο ελληνικό Τσεγάνη.

Η παρουσία των Τούρκων στο χωριό ήταν πάντα αραιή κατά τα χρόνια της σκλαβιάς. Ποτέ δεν υπήρχε  μόνιμη εγκατάστση κάποιας τούρκικης αρχής ή τούρκικων οικογενειών. Η μοναδική παρουσία τους ήταν, κατά καιρούς, μια μικρή στρατιωτική δύναμη υπό τον τσαούση που συνόδευε τον ταξιλνταρο (φοροεισπράκτορα) για τη είσπραξη της δεκάτης επί των εισοδημάτων.Για το σκοπό αυτό υπήρχαν δύο τουρκικά χτίσματα, ένα μικρό φυλάκιο-διοικητήριο και ένα μεγαλύτερο διώροφο που χρησίμευε για τη αποθήκευση της δεκάτης όπου ήταν και κρατητήρια για τους ανυπότακτους (το κτίριο αυτό σώζεται ώς και σήμερα).

Στα χρόνια του Αλή Πασά το χωριό άνηκε στη δικαιοδοσία του. Είχε παραχωρήσει κάποια προνόμια στους κατοίκους για την αυτοδιαχείριση των κτημάτων επειδή είχαν πλούσια παραγωγή κάτανων. Το 1803 έγινε μια επιτροπή που επισκέφτηκε τον Μεγάλο Βεζύρη στα Γιάννενα και του έδωσε μία χειρόγραφη επιστολή στα ελληνικά με την οποία ζητούσε την ευνοϊκή ρύθμιση μέρους των χρεών τους.

Γύρω στα 1700 χτίστηκε η εκκλησία του χωριού προες τιμήν της Αναλήψεως του Κυρίου. Τρίκλητη βασιλική με θαυμάσιες εικόνες τέμπλου, βυζαντινής τεχνοτροπίας.

Ο οικισμός του Νέου Αγίου Αθανασίου ιδρύθηκε το 1981 μετά από απόφαση της Πολιτείας για μετοικισμό των κατοίκων του Παλαιού Αγίου Αθανασίου στο νέο χωριό καθώς το παλιό χωριό κρίθηκε ανασφαλές από γεωλογικής-γεωτεκτονικής άποψης, ειδικότερα κατόπιν σεισμικής δράσης κατά το έτος αυτό. Είναι χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 600μ. σε προνομιακή θέση με θέα στη λίμνη Βεγορίτιδα.

Το παλαιό χωριό εγκαταλήφθηκε πλήρως από τους τότε κατοίκους του και η χερσαία έκτασή του πέρασε στην κυριότητα της Πολιτείας, στη συνέχεια όμως και μετά το 1994 άρχισε η αναβίωση του οικισμού με τη δημιουργία πολλών ξενώνων και τουριστικών καταλυμμάτων, καθώς αυτός βρέθηκε ως ο τελευταίος οικισμός καθ' οδόν για το χιονοδρομικό κέντρο Βόρρας-Καϊμάκτσαλαν. Η πορεία της αναβίωσης ήταν θεαματική και με αποτέλεσμα τη σημερινή εικόνα του γοητευτικού & πέτρινου οικισμού, ο οποίος είναι πλέον τουριστικός προορισμός πανελλήνιας εμβέλειας με εκατοντάδες ξενώνες υψηλού επιπέδου και ο οποίος αποτελεί την ατμομηχανή της ανάπτυξης στην ορεινή Βεγορίτιδα. Ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες με την παράλληλη δραστηριότητα του χιονοδρομικού κέντρου ο οικισμός σφύζει από ζωή και χιλιάδες επισκέπτες τον κατακλύζουν κυριολεκτικά. Ειδυλλιακή είναι η εικόνα που προσφέρει χιονισμένος καθώς η αρχιτεκτονική των κτισμάτων έχει γενικά διατηρηθεί στα παραδοσιακά πρότυπα, ενώ τα κυριότερα δομικά υλικά είναι το ξύλο και η πέτρα.

Ερωτηματικά δημιουργούνται για το μέλλον του οικισμού και για τις κατάλληλες ενέργειες που πρέπει να γίνουν προκειμένου να διατηρηθεί η αναπτυξιακή του πορεία και να παραμείνει επίκαιρος, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να λυθούν και τα επιμέρους προβλήματα που τον αφορούν στα πλαίσια της τουριστικής του ανάπτυξης.

Home Page