Χάρτης Προσανατολισμού-Ιστορικά Στοιχεία

Η περιοχή βρίσκεται στα ορεινά του Νομού Πέλλας από τους πρόποδες του όρου Βόρρας εώς τις πλαγιές του δυτικού Βερμίου. Περιλαμβάνει τη λίμνη Βεγορίτιδα, τους οικισμούς Π. Αγίου Αθανασίου και Παναγίτσας (με το αιωροδρόμιο αυτής) και το χιονοδρομικό κέντρο Βόρρας-Καϊμάκτσαλαν.

Στο παρακάτω απόσπασμα χάρτη της Ελληνικής επικράτειας αποτυπώνεται η περιοχή με τους κυριότερους οικισμούς της:

Η περιοχή της Έδεσσας στην οποία ανήκουν και τα χωριά του Δήμου Βεγορίτιδος Αγ. Αθανάσιος-Τσεγάνη, Ζέρβη, Παναγίτσα, είναι από πολύ παλιά κατοικημένη και αποτέλεσε στην Αρχαία εποχή κέντρο του Μακεδονικού Βασιλείου ενώ στη Βυζαντινή ιδιαίτερο θέμα της Αυτοκρατορίας των Πορφυρογέννητων. Είχε την υποστήριξη ισχυρών αρχόντων Στρατιωτικών και Φεουδαλικών Ηγεμόνων και έτσι κατάφερε να διατηρήσει τα πάτρια και τη χριστιανική πίστη.

Τον Απρίλη του 1919, η εφημερίδα Έδεσσα αποκαλύπτει ένα έγγραφο που ανακάλυψε ο Μοίραρχος Βερέντζος μαρτυρεί ότι οι περιφέρειες Εδέσσης (Οστρόβου) και Φλώρινας πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Στο έγγραφο αυτό ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής γράφει με ημερομηνία 4 Μαρτίου 1824 στους Ντερβεναγάδες της Φλωρίνης και Οστρόβου και παρακινεί τους έλληνες να γυρίσουν στα σπίτια τους με υπόσχεση αμνηστίας. Είναι γραμμένο σε πάπυρο στα ελληνικά.

Όσο για τους Βούλγαρους και τη σημερινή γλώσσα, απόσπασμα της ίδιας εφημερίδας, τον Μάρτη του 1919  αναφέρει: «Ως το 1858 στην περιφέρεια Εδέσσης δεν υπήρχε Βούλγαρος. Στις 11 Νοεμβρίου 1858 πρωτοφάνηκαν εδώ οι Τζανεσσαίοι, που ήλθαν από το Κράτοβο, χωριό κοντά στα Σκόπια, για να πουλήσουν δήθεν κουκουλόσπορο στην Έδεσσα. Από τότε ήρθε το κακό στον τόπο μας. Άρχισαν να κατοικούν, ξεγέλασαν τους πιο κουτούς, αγόρασαν άλλους, και σε ένα χρόνο κατόρθωσαν ν μαζέψουν 30 μαθητές και να ανοίξουν σχολείο.»

 Στο χωριό Καρυδιά, στα νεκροταφεία βρέθηκαν σταυροί με επιγραφές από το 1805, στα ελληνικά. Αυτό το γεγονός, μαζί με τα ελληνικά έγγραφα των Τούρκων διοικητών δείχνουν πως το ζήτημα των Βουλγάρων δήθεν της Μακεδονίας και  ειδικότερα της περιοχής αυτής, είναι ζήτημα που παρουσιάστηκε πολύ πιο αργά από τη βουλγαρική προπαγάνδα. Άλλωστε μία πολύ προσεκτική εξέταση της γλώσσας φανερώνει ότι οι πιο πολλές λέξεις έχουν ελληνική ρίζα και άλλες τουρκική , μερικές λατινική και ελάχιστες σλαβική. Όλα τα έθιμα άλλωστε και τα τραγούδια δείχνουν πιο πολύ από κάθε τι άλλο ότι και οι κάτοικοι της περιοχής αυτής είναι το ίδιο έλληνες, όσο και οι κάτοικοι κάθε άλλης ελληνικής επαρχίας.  

 Η θέση της περιοχής έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στη εξέλιξή της, λόγω του ότι βρισκόταν πάνω στον πανάρχαιο οδικό άξονα, ο οποίος στο τέλος των προχριστιανικών χρόνων πήρε την ονομασία Εγνατία οδός. Τον πρόδρομο της Εγνατίας οδού-η οποία κατασκευάστηκε γύρω στο 130 π.Χ.- αποτέλεσε η βασιλική οδός.

Παλαιότερα υπήρχε η δοξασία ότι η Εγνατία οδός ακολουθούσε τη διαδρομή της σύγχρονης εθνικής οδού Εδέσσης-Φλωρίνης βορείως της Βεγορίτιδος μέσω Αρνίσσης και Κέλλης (Γκορνίτσεβου) αλλά όπως αποδείχτηκε από τις έρευνες του αμερικάνου ιστορικού Ch. Edson, παρέκαμπτε τη λίμνη από το νότο. Επίσης δεν ακολουθούσε τη σημερινή εθνική οδό Φλωρίνης-Κοζάνης μέχρι τη διασταύρωση του Ξινού νερού αλλά αμέσως μετά τη νότια έξοδο του Κλειδιού (Κιλλί Διρβέν) έστρεφε προς ανατολάς και διέσχιζε την πεδιάδα νοτίως του χωριού των Πετρών.

Το σημείο ευρέσεως του τελευταίου μιλιαρίου της Εορδαίας, του οποίου η απώλεια πρέπει να ανάγεται στις αρχές του αιώνα έχει αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεων. Νέα ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να τοποθετηθεί σε απόσταση τριών ρωμαϊκών μιλίων από τον μιλιοδείκτη της πεδιάδας των Πετρών, κοντά στον αυχένα που οδηγεί από το Αμύνταιο στον αρχαιολογικό χώρο της Βεγόρας ο οποίος ταυτίζεται πιθανώς με την αρχαία Άρνισσα.

Η ανακάλυψη τμήματος των θεμελίων της Εγνατίας κοντά στο Φαράγγι επιτρέπει την διαπίστωση της διαδρομής της οδού από την Άρνισσα (Βεγόρα) στην Βοκερία (Φαράγγι) δια μέσου του νοτίου τμήματος της σημερινής λίμνης Βεγορίτιδος σημαντικά μικρότερης κατά την αρχαιότητα. Από τη Βεγόρα η Εγνατία κατευθυνόταν στη Γράδιστα της Δροσιάς, στον ρωμαϊκό σταθμό Ad Duodecinum στα σύνορα της Εορδαίας και της χώρας της Έδεσσας. Η διαδρομή από την Δροσιά στην Έδεσσα, την οποία η ρωμαϊκή οδός παρέκαμπτε από το Βορά και την Ανατολή έχει μελετηθεί από τους Hammond-Χατζόπουλο οι οποίοι και επισήμαναν ίχνη της αρχαίας χαράξεως στην προφυλαγμένη θέση πίσω από τη σιδηροδρομική γραμμή και τα εκεί λιμνάζοντα νερά, όπου οι κάτοικοι ανέφεραν την ύπαρξη κτιρίων με πήλινους σωλήνες . Μιλιοδείκτες δυστυχώς δε βρέθηκαν.

Ακόμα, ο μακεδονικός σταδιοείκτης του Δ’ ή Γ’ αιώνα π.Χ. με την ένδειξη 100 σταδίων από τη Βοκερία, που είχε ανακαλυφθεί κοντά στη βόρεια έξοδο των στενών του Κλειδιού, δεν στάθηκε δυνατό να ανεβρεθεί.

Μέσα από πλήθος μελετών έχει προκύψει ότι στον άξονα της Εγνατίας οδού κατέληγαν διάφορες άλλες οδοί με κατεύθυνση Β-Ν και αντίστροφα που την έφερναν σε επικοινωνία με την απομονωμένη Αλμωπία και συντελούσαν στη ροή του διαμετακομιστικού εμπορίου από Νότο προς Βορρά, από την περιοχή δηλαδή των Πύργων της Κοζάνης.

Στις παλιότερες περιόδους αναφέρεται ότι ο άξονας αυτός συνέβαλε όχι μόνο στις μετακινήσεις των στρατευμάτων κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων και στη μετακίνηση και παρουσία ξένων ομάδων, αλλά και στην εμφάνιση εισαγομένων προϊόντων. (Επιγραμματικά μόνο αναφέρεται η συγκέντρωση στην Έδεσσα του μακεδονικού στρατού επί βασιλείας Φιλίππου Ε΄ από το Χρυσόγονο.)

Οι σωστικές ανασκαφές που διενεργήθηκαν το 1992 στην περιοχή απέδειξαν τη συνεχή  χρήση του χώρου , για ένα τεράστιο χρονικό διάστημα περίπου χιλίων χρόνων από τα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια ως τα ύστερα παλαιοχριστιανικά χρόνια.

Αντίθετα με την επαρχία της Αλμωπίας της οποίας οι κάτοικοι ήταν εκτεθειμένοι στη διάθεση των Μουσουλμάνων συνοίκων τους και στις βιαιοπραγίες τους και υποχρεώθηκαν να εξισλαμιστούν, να γίνουν εξωμότες, τσιτάκηδες-ονομασία που διατηρείται έως και σήμερα σαν υβριστική λέξη. Εξάλλου, τέτοια προέλευση έχουν οι πιο πολλοί μωαμεθανοί της περιοχής αυτής και οι πιο πολλοί κρυφοχριστιανοί διατήρησαν τα έθιμα και τις συνήθειές τους. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την εφημερίδα «Έδεσσα» το Μάρτη του 1919. «Οι Τούρκοι της νότιας Καράτζοβας γιορτάζουν τον Ευαγγελισμό  «αβαγγελισμό γιορτουσού», «Εαγγελισμού γιορτή».Πρόκειται για τους χριστιανούς που εξισλαμίστηκαν πρίν από ακατόν πενήντα χρόνια και μιλούν ελληνικά.».

ΤΟ ΜΙΞΟΓΛΩΣΣΟ ΙΔΙΩΜΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΟΜΙΛΟΥΝΤΩΝ ΑΥΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

 «…Τους Μακεδόνας ομιλούντας το μιξόγλωσσον τοπικόν ιδίωμα ονομάζουν οι Βούλγαροι Βουλγάρους και οι Σλαύοι, Σλαύους διά να δικαιολογούν  εις τα όμματα των ξένων τας εδαφικάς διεκδικήσεις αυτών διεκδικήσεις επί της ελληνικής Μακεδονίας…»

Αυτά και άλλα πολλά αναφέρει στο σύγγραμά του ο Γεώργιος Γεωργιάδης δημοδιδάσκαλος Εδέσσης το 1948.

 Οι όροι Σλαβομακεδόνες και Σλαβομακεδονική μειονότητα προέκυψαν το 1944  ενώ μέχρι τότε μόνο περί «Βουλγάρων εν Μακεδονία» γινόταν λόγος. Αυτό δεν απέβλεπε σε τίποτα άλλο παρά στη διεκδίκηση εδαφών που δεν τους άνηκαν. Ιστορικά τα εδάφη αυτά ήταν και είναι Ελληνικά.

Η αλήθεια επί του ζωτικού για την Ελλάδα αυτού θέματος αυτού δυστυχώς δεν προβάλλεται σωστά λόγω προπαγάνδας. Η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των σλάβων. Τόσο διότι δεν υπήρχε σλαβική εθνική συνείδηση όσο και γιατί η πολιτογράφηση του μιξόγλωσσου αυτού ιδιώματος προς μία οποιαδήποτε σλαβική εθνότητα μπορούσε  ουσιαστικά να αμφισβητηθεί.

 Κι δια του λόγου το αληθές, θα πρέπει να πούμε ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα ήταν όχι μόνο ελληνικές αλλά και λατινικές και τουρκικές, αποδεικτικά του ότι η πολιτογράφηση του ιδιώματος και δη προς τη Σλαβική γλώσσα ήταν αδύνατη.

Έτσι στην πραγματικότητα το ιδίωμα αυτό δεν ήταν παρά ένα κράμα γλωσσών και όχι η γλώσσα μιας οποιασδήποτε βαλκανικής χώρας.

Όχι μόνον λοιπόν αυτό καθεαυτό το μιξόγλωσσο ιδίωμα δεν προδικάζει το περί μειονότητας ζήτημα υπέρ των σλάβων αλλά και το εθνικό ελληνικό φρόνημα των κατοίκων (μεταξύ των οποίων υπήρχαν και άνθρωποι που δεν γνώριζαν καν την ελληνική γλώσσα) τάσσει το όλο ζήτημα υπέρ των ελλήνων εν Μακεδονία.

 Άξιο πολλής προσοχής είναι το παρακάτω γεγονός. Το πλήθος των Ανταρτών εντεταγμένων στα Ελληνικά Ανταρτικά σώματα του Μακεδονικού Αγώνος 1903-1908 δεν γνώριζαν την Ελληνική, αλλά παρόλα αυτά πήραν τα όπλα εναντίον των επιβολέων Βουλγάρων Κομιτατζήδων. Αυτό διότι οι Βούλγαροι εξαγριώνονταν επικίνδυνα λόγω του Εθνικού φρονήματος των ανηκόντων στη … «σλαβομακεδονική μειονότητα» και προέβαιναν σε πράξεις τρομοκρατίας και σε φόνους αυτών!!!

 Η έλλειψη Βουλγαρικής συνειδήσεως μπορεί να αποδειχθεί και από τα παρακάτω ιστορικά γεγονότα.

Μετά την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453 και κατά την Αναγέννηση η Ρωσική πολιτική τάση ήταν να διαδεχτεί την καταρρέουσα ελληνική αυτοκρατορία στα εδάφη γύρω από τη μεσόγειο με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Υποστήριξε δε τα «δίκαια» των υπό Μουσουλμανική κατοχή χριστιανικών λαών και των ίδιων των χριστιανών ελλήνων.

Αλλά η Επανάσταση του 1821 και η ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους με πολιτικές κατευθύνσεις αναβίωσης των «περασμένων μεγαλείων» με την απελευθέρωση των υπόδουλων αδελφών Ελλήνων στη Βαλκανική και στη Μικρά Ασία (Μεγάλη Ιδέα)διέψευσε τις Ρωσικές ελπίδες επεκτάσεως. Κι αυτό γιατί οι έλληνες αφού απέκτησαν την πολιτική οντότητα μπορούσαν με την ηθική συμπαράσταση των υπόδουλων ελλήνων της Βαλκανικής(Νότια ήδη Σερβία και Βουλγαρία) και της Μικράς Ασίας να αντιμετωπίσουν τα ρωσικά επεκτατικά σχέδια.

Η ρωσική διπλωματία έστρεψε τότε το βλέμμα της στη Βουλγαρία όπου μόλις και μετά βίας κατά το 1872 αφού προκάλεσε μια δήθεν επανάσταση έσπευσε να επέμβει στρατιωτικά με σκοπό να κατοχυρώσει και πάλι τα «χριστιανικά δίκαια»!!!

Έτσι απελευθερώθηκε η Βουλγαρία από ρώσους στρατιώτες και ρωσικά όπλα με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Με τη συνθήκη αυτή η απελευθερωμένη Βουλγαρία μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως, αυτομάτως δικαιούταν «εθνικής επέκτασης» μέχρι τις πύλες της Κωνσταντινούπολης συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ελληνικής Ρωμυλίας (Βουλγαρία κάτω από τη χερσόνησο του Αίμου), όλης της Θράκης και της Μακεδονίας (Ελληνικής, Σερβικής και Βουλγαρικής) μέχρι τον Όλυμπο.

Η συνθήκη αυτή κυρώθηκε την ίδια χρονιά στο Βερολίνο λόγω της απολύτου επιμονής της Αγγλικής διπλωματίας αλλά είχαν ήδη δημιουργηθεί τα «εθνικά δίκαια της Βουλγαρίας» επί της Ανατολικής Ρωμυλίας, Θράκης και Μακεδονίας.

Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι μέχρι τότε ανύπαρκτες μειονότητες στη Ρωμυλία, Θράκη και Μακεδονία και άρχισαν οι βουλγαρικές προστριβές.

Και μόνο η ιστόρηση των παραπάνω γεγονότων βεβαιώνει την έλλειψη βουλγαρικής συνειδήσεως.

Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το σύγγραμμα «Κανονισμός περί της Διοικήσεως της Βουλγαρικής Εξαρχίας» το οποίο απευθυνόταν προς τις… «βουλγαρικές μειονότητες» γράφτηκε εξολοκλήρου στην ελληνική.

Επί τριακονταετίας από το 1870 και εξής η Πανσλαβιστική Εταιρεία μέσω της Βουλγαρίας χειριζόταν ήπια και οικονομικά μέσα με σκοπό τον προσεταιρισμό των κατοίκων. Επειδή όμως αυτά δεν απέφεραν τα αναμενόμενα οφέλη άρχισε η τρομοκρατική δράση του Βουλγαρικού κομιτάτου περί το 1900 το οποίο διοργάνωνε και εξόπλιζε τρομοκρατικές ομάδες –τους Κομιτατζήδες.

Ακόμη και τα τραγούδια που απαντώνται στο νομό Πέλλας -στην μιξόγλωσση αυτή διάλεκτο - αναφέρονται ακριβώς στην άμυνα ελλήνων ανταρτών και των χωριών κατά των Κομιτατζήδων μεταξύ 1903-1908.

Home Page